Πέμπτη, Μάϊος 08, 2008

Google Translate (πληρωμένη καταχώρηση)

Ένας φίλος, που δουλεύει σε αυτό μου ζήτησε να το δοκιμάσω. Γέλασα τόσο πολύ που του υποσχέθηκα να το αναρτήσω στο μηδενικής επισκεψιμότητας μπλογκ μου. Για εσάς τους ολίγους εκλεκτούς προσφέρει εγγυημένο γέλιο. (Προσωπικά είχα να γελάσω έτσι 12 μήνες, από τότε που μου έστειλαν το βίντεο Τέλος).Με αρσάκειο, γαλλικά και πληθυντικό Μεσιέ λε Πρεζιντάν η κυρία. Άλα της.

Είναι σόλβεντ, όχι αστεία. Και λοιπά πολλά εδώ.

Τρίτη, Μάϊος 06, 2008

Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν

Δεν ξέρω νήπιο που να μη μαγεύεται από τη βυζαντινή αγιογραφία. Τα πιο απείθαρχα, εγωκεντρικά και κακομαθημένα παιδάκια να βάλεις σε μια βυζαντινά αγιογραφημένη εκκλησία, θα κάτσουν φρόνιμα όταν τους δείξεις τον θόλο και τον Παντοκράτορα, τη μορφή του Χριστού στην Ωραία Πύλη, την Παναγία σε όλο της το ευσεβές κάλλος, κι αν η εκκλησία είναι φροντισμένη, σκηνές από το Δωδεκάορτο. Θα σουφρώσουν τα χειλάκια τους και θα ακούνε προσεκτικά πως ο Χριστούλης μπήκε σε μια μεγάλη πόλη πάνω σ'ένα γαϊδουράκι και πώς βγήκαν τα παιδάκια της πόλης να τον προϋπαντήσουν με βάγια και κλωνάρια. Κάποια θ'αναφωνήσουν όλο χαρά μάλιστα "Στούλη on a horsy" κι ας μην τον είχαν ξαναδεί ποτέ νωρίτερα, κι όταν μετά βρεθούν σε σπίτι με λίγες εικόνες, θ'αρχίσουν να τις φιλάνε και να κάνουν πως σταυροκοπιούνται. Σαν το κοριτσάκι που έκλαιγε ασταμάτητα στο διήγημα του Παπαδιαμάντη μέχρι που άρχισε να της ψέλνει τα πασχαλινά τροπάρια και αυτομάτως σταμάτησε ν'ακούσει τον μπαρμπ'Αλέξανδρο στον κανόνα του Αγ. Ιωάννη του Δαμασκηνού. Πολλές φορές αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που κάνει τους ενήλικες να μην αναγνωρίζουν την τέχνη που εντυπωσίασε ανάμεσα σ'άλλους τον Ματίς, τον Κλιμτ και τον Μιρό και τόσο βαθειά τους επηρέασε στο έργο τους. Για παράδειγμα:


Στην μόνη ορθόδοξη αναπαράσταση της Αναστάσεως, δηλαδή στην κάθοδο στον Άδη, υπάρχει αποτυπωμένη όλη η σημειολογία της ορθόδοξης πνευματικό- τητας, όλο το δόγμα της Εκκλησίας και η πρόταση βίου μεταλογικά αποτυπώμενη: ο Χριστός ελεύθερος από την θεεική του φύση σαρκώνεται και ελεύθερος από την ανθρώπινη φύση του σταυρώνεται αλλά δεν πεθαίνει, κατεβαίνει στον Άδη , που μέχρι τότε κρατούσε δέσμιο όλο το ανθρώπινο γένος, και σπάζοντας τους μοχλούς του Άδη εν πλήρη δόξη ανοίγει τον δρόμο προς την Ανάσταση και τη θέωση του ανθρώπου. Σηκώνει με τέτοια δύναμη τους πρωτοπλάστους από τις σαρκοφάγους τους και άρα την πεπτωκυία φύση που ενεδύθησαν μετά το αμάρτημα της παρακοής κατόπιν του δικής του υπακοής μεχρί θανάτου στο θέλημα του Θεού Πατέρα, που τα μαλλιά του Αδάμ ανεμίζουν και η Εύα φαίνεται να αιωρείται, κι αποκαθιστά την φύση τους στο αρχαίο της κάλλος, καθώς φαίνεται από τα μανίκια τους που γίνονται γαλάζια στο κράτημά του. Φωτίζει με τον γνόφο της αγνωσίας το βαθύ σκοτάδι του Άδη, τα ιμάτια του είναι κατάλευκα, η ολόσωμη άλως που τον περιβάλλει -ορατή σε μία μόνο ακόμη αγιογραφία, της Μεταμορφώσεως- είναι κατάστικτη με άστρα και βαθμιαίως γίνεται πιο σκούρα για να υποδηλώσει πως όσο ο άνθρωπος προσεγγίζει τον Θεό τόσα λιγότερα γνωρίζει από την άπειρη και μυστική του φύση. Η στάση του Χριστού είναι τόσο δυναμική που υπογραμμίζει την αναντίρρητη νίκη του έναντι του Θανάτου και την πρόσκλησή του σε όλο το ανθρώπινο γένος να τον ακολουθήσει.
Δεν καταλαβαίνω γιατί είναι τόσο δυσνόητα όλα αυτά για τον μέσο προοδευτικό άνθρωπο. Ακόμη κι αν δεν συγκινείται από το δόγμα, ας συγκινηθεί από την τέχνη που το εκφράζει, τέχνη καθαρά πλατωνική, αιώνες μπροστά από την σύγχρονη πλατωνική εικαστική του 20ου αιώνα, τελειωθείσα αιώνες πριν, όχι διαμέσου μιας χρονοβόρας ακαδημαϊκής πορείας που ακολούθησε η Δύση για χιλιετίες μέχρι να φτάσει στις ίδιες μανιέρες, αλλά διαμέσου της ασκήσεως και της Χάριτος που αυτή επιφέρει. Διαμέσου αυτού του κρατήματος. Ο Χριστός τείνει το χέρι του. Κάποιοι το δέχτηκαν και στον δρόμο προς την θέωση (αμφισβήτησιμο για τον μέσο προοδευτικό) έφτιαξαν αριστουργήματα (αναμφισβήτητο για τον μέσο κριτικό).
Αυτόν τον καιρό λοιπόν προτιμώ να κάνω παρέα με τα νήπια, εκ στομάτων των οποίων καταρτίσει αίνους ο Κύριος. Μπορεί να τους λείπει το γνωσιοθεωρητικό υπόβαθρο στην τέχνη και στην φιλοσοφία, δεν τους λείπει η καλή προαίρεση.

Τετάρτη, Νοέμβριος 28, 2007

Της μοδός

Μονόγραμμα είπατε; Παρασκήνιο; Η μπλογκόσφαιρα βουίζει γι'αυτό εδώ το αριστούργημα του δικτύου, με υπεύθυνους τον κάπταιν μάι Κάπταιν Κουκ, τον σεβάσμιο Μπερεκέτη, και την περίφημη Όλια, θέλω να πω την αιώνια 'Ελσα, όλα με βάση ένα κείμενο του μέγιστου Πετεφρή.

Τα σέβη μας, ταπεινοί σας δούλοι, περιμένουμε κι άλλα (ως αχόρταγοι δούλοι).
Να σταματήσεις τις ψευτιές πως θέλεις να γυρίσεις

components/com_mambospgm/spgm/gal/Posters_gallery/Kypros2.jpg

μα δήθεν πως ο Κύκλωπας προβάλλει αντιρρήσεις.

Πέρασα από του Thas και έμεινα να παίζω σε λουπ το καινούριο κομμάτι του Παπακωνσταντίνου -όπως στα λέω. Η ικανότητα του Βραχνού Προφήτη να στοχεύει και να πετυχαίνει κατάστηθα με ξαφνιάζει (καλά όχι κάθε φορά, μερικές φορές αστοχεί, αλλά μόνο για την Αγρύπνια, το καλύτερο ελπι της ελληνικής δισκογραφίας της δεκαετίας, και για τις συνεχείς αναφορές στην ορθόδοξη πνευματικότητα αν και σεσημασμένος κοσμικός που δεν ήθελε να βαφτίσει τα δίδυμα, ο άνθρωπος αξίζει κάθε σεβασμό).

Με τα τραγούδια του έμαθα να οδηγώ στους επαρχιακούς δρόμους της Καλιφόρνιας, κι έμαθα τον πόνο της ξενιτειάς από την πλευρά αυτού που μένει, όταν μάλιστα ήμουν πολύ απασχολημένη για να τον δω με οποιονδήποτε άλλον τρόπο.
Αλλά κυρίως με τα τραγούδια του στην εξορία οι ακρίτες και οι ιέρειες στόλιζαν τις καλύτερες βραδιές, κουτούκια στα υπόγεια κατά τ'άλλα καθόλα έντιμων αμερικανικών και wasp νοικοκυριών. Και υστερήσαντος οίνου λέγει ο υιός τω πατρί αυτού: Πατέρα, τελείωσε το κρασί! Και λέγει ο πατήρ τω υιώ αυτού: Σύρε γιε μου κι αγόρασε άλλο γρήγορα πριν σταματήσουν να τραγουδούν οι πότες της στρογγυλής τραπέζης, τα έρημα κορμιά, στον ξύπνιο στρατιωτάκια. Με τα τραγούδια του- στην ξενιτειά δεν πήγε μα ούτε αρρώστησε- μάθαμε όλοι οι σύγχρονοι ξενιτεμένοι να συλλαβίζουμε τη θλίψη στα πάλσαρ και τις ναυαγοσωστικές λέμβους του διαστήματος. Μάθαμε να φιλάμε την εικόνα της Αγίας Νοσταλγίας κάνοντας παρακλήσεις στην χάρη της, ειδικά όταν έρχονται γιορτές, δεν έχουμε απόψε που να πάμε, ας μας δεχτεί στο δώμα της. Μάθαμε να τραγουδάμε τσαχπίνικα και αθώα τα ειδάλλως ανομολόγητα πάθη μας, ειδικά όταν ξωκείλαμε στων παιδεραστών την όχθη και μετά. Και βρήκαμε κοινούς προγόνους με τους Νάβαχο σ'ένα ρόουντ τριπ στον 10 περνώντας από την Μοχάβι, όταν ακούγαμε τα φωνητικά στον Τειρεσία. Ξυπνήσαμε από ενέσεις μορφίνης σε κατάσταση πλήρους απροσδιοριστίας σε γκρίζα νοσοκομεία για να μας απογειώσουν τα πολυφωνικά φωνητικά της Ανδρομέδας και τελικά όχι δεν ξεμπέρδεψαν μαζί μας με το να μας ράνουν λουλούδια -ακόμη. Κι όταν δεν είχε απομείνει κανείς για να μιλήσουμε, και μιλούσαμε με του ουρανού τ'άγρια σύννεφα, καμπάνες στ'αυτιά μας οι στίχοι του να μην ξεγελαστούμε.

Τελικά έπρεπε, όπως κάποτε σχεδίαζα, να είχα πάει στο γραφείο που δουλεύει μηχανικός στην Λάρισα για να του πω εκείνο το ευχαριστώ από όλους εμάς. Ταπεινά λατρεύουμε όπως λέει κι ο Thas. Το Διάφανος δεν το πρόλαβα. Δέχομαι mp3s και ό,τι προαιρείσθε. Διαβάζω το τραγούδι του Αμερική και δεν αναβάλλω πλέον, ευχαριστήριον αναμέλπομεν εφύμνιον κι ό,τι προλάβουμε να περισώσουμε από τους ασώτους ναυαγούς.

Στρέφω το πρόσωπο ψηλά, στου ουρανό τον θόλο, να δεις τη θλίψη των ματιών μέσα από δορυφόρο. Μα περιμένω άδικα, ξεθώριασε η μνήμη, αυτή η πλάνα ξενιτειά, πόσους δεν καταπίνει.
Transcendental Cuisine (or else, what are you thankful for?)

Κατάγομαι από γενιά εξαιρετικών καλοφαγάδων κι ως εκ τούτου μάγειρων. Στο γονιδιακό μου DNA υπάρχουν συγκεκριμένα γονίδια αδυσώπητου γευστικού εστετισμού (ναι, έστειλα σάλιο στο 23andme, την εταιρεία της κυρίας Sergey Brin, και τό'μαθα, για όλα φταίει ο μπαμπάς μου, κυρίως για το ότι διάλεξα να μείνω σε μια περιοχή του κόσμου που λέγεται Gourmet Ghetto από την οποία ξεκίνησε το κίνημα της βιολογικής sustainable seasonal μαγειρικής στην Αμερική στη δεκαετία του 70). Στο μιτοχονδριακό DNA έχω τα γονίδια μιας κάποιας κλίσης στην μαγειρική. Όταν μαγειρεύω για μη έλληνες φίλους, μένουν συνήθως άναυδοι, μάλλον γιατί δεν έχουν συνηθίσει στα ελληνικά γευστικά μητρώα της απλότητας και της εντιμότητας και στην αυστηρή, θρησκευτικά ευλαβή χρήση μόνο βιολογικών υλικών (είναι όλοι τσίπιδες, είπαμε). Στα διθυραμβικά τους σχόλια συνήθως απαντώ με αυτό που αισθάνομαι, ότι μαγειρεύω οκ γιατί έχω εξαιρετικές συνταγές από έλληνες από όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου με τους οποίους έτυχε να βρεθούμε κατά καιρούς γκασταρμπάιτερ στις ίδιες φάμπρικες και να με διδάξουν πως τρώνε την στραπατσάδα στην Θεσσαλονίκη (χάλο Σοφία) την μπουγάτσα με μυζήθρα, το γαλακτομπούρεκο και την θεεϊκή χορτόπιτα στην Κρήτη (όλα Γιάννη), όλες τις πίτες, κρέπες, πίτσες, με απομνημονευμένες τις συνταγές για τις διαφορετικές ζύμες (φαρ άουτ τζίνο), και παραδοσιακές ελληνικές συνταγές με τόνους γαλλικής τεχνικής κι επιλογής υλικών (σαλύ Τανάνς), αλλά εκείνη που μαγειρεύει πέρα από τη λογική και την φυσική είναι η μαμά μου.
Η μαμά μου ξεκινάει με μια συνταγή που έχει ως υλικά το Α και το Β, στην πορεία όμως μετεξελίσσει το φαγητό, άγνωστο πώς, και εν τέλει τρως κάτι που ορκίζεσαι πως έχει μέσα το X και το Y. Και φυσικά δεν έμαθα να μαγειρεύω από τη μαμά μου, διότι πρόκειται περί σφίγγας ή άλλου μυθικού τέρατος όταν είναι στην κουζίνα της: δεν αφήνει κανέναν άλλον δίπλα της, όχι για βοηθό, ούτε για παρατηρητή, με το πρόσχημα ότι την αποσυντονίζουμε, δεν δίνει συνταγές με την δικαιολογία ότι κι αυτή έμαθε μαγειρική από τη Σκούρα, χαίρεται να σε βλέπει να σπας τα μούτρα σου όταν ακολουθείς πιστά τις προαναφερόμενες, και μόνο αφού τα έχεις ήδη σπάσει, δέχεται να σου δώσει μία ή δύο συμβουλές που θ'απογειώσουν την συνταγή σου. Evil indeed. Το πρόβλημά μου θύμιζε το πρόβλημα του Michael Douglas στον Πόλεμο των Ρόουζ, "κανένας που κάνει τόσο καλό πατέ δεν μπορεί να είναι τόσο κακός." Όταν λοιπόν με ρωτάνε τι μαγειρική ακολουθεί η μαμά μου - τα έρμα μεγάλωσαν σε μια κουλτούρα χωρίς ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς κι ως εκ τούτου με χάλια κουζίνα, οπότε όταν ξεκινάνε να μαθαίνουν μαγειρική μπαίνουν στο epicurus.com/ και εκτελούν ό,τι τα φωτίσει ο Κύριος- τους εξηγώ πως καμία ελληνίδα μάνα που σέβεται τον εαυτό της δε σέβεται το σούσι, πολλώ δε μάλλον τα κινεζικά ανακατεμένα συνονθυλεύματα από κρέατα και ύποπτης προελεύσεως σάλτσες με ζάχαρες, μολάσσες και χρώματα. Στην επόμενη ερώτησή τους αν λοιπόν μαγειρεύει μόνο ελληνικά φαγητά τους απαντώ όχι. Η μαμά μου μαγειρεύει υπερβατική κουζίνα.
Πώς μπορεί αυτή η γυναίκα ένα απλό κοκκινιστό με τηγανητές πατάτες να το μετουσιώνει σε τέτοιο βαθμό ώστε 10 χρόνια μετά, ο ελβετός καλεσμένος που με βρίσκει στο Μπέι Έρια τελείως τυχαία να μου λέει πως το θυμάται ακόμη και να με ρωτά αν η μαμά συνεχίζει να το μαγειρεύει; Το καλοκαίρι που ήμουν Ελλάδα είχε φτιάξει ανάμεσα σ'άλλα κατσικάκι με αγκινάρες αυγολέμονο. Το αναζητώ αυτό το φαγητό στα καλύτερα εστιατόρια της χώρας. Ό,τι έχω βρει δεν πλησιάζει την άφατη ικανοποίηση που είχα όταν το δοκίμασα 3 φορές την ίδια μέρα και από την κατσαρόλα για ευνόητους λόγους. Δεν είναι η γεύση του νόστου. Συμφωνούν με την άποψή μου και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που χαίρουν άκρας υγείας στην πατρίδα. Δεν είναι η γεύση της νήψης και της βαθειάς πνευματικότητας που προσφέρουν απλόχερα τα μοναστήρια του τυπικού του Αγίου Όρους με τις αλάδωτες ταχινόσουπες και τα λαδερά λαχανικά του φούρνου, που όσες φορές προσπάθησα να ξεσηκώσω στο σπίτι μου βγήκαν μια αηδία και μισή που κατέληξε στα σκουπίδια. Η μαμά απέχει ωκεανούς από τέτοιες ενασχολήσεις. Επιμένει ότι είναι η επιλογή των εξαιρετικών υλικών, τα περισσότερα από τα οποία τα καλλιεργεί ο μπαμπάς. Θα διαφωνήσω και σε αυτό, διότι εξαιρετικά βιολογικά υλικά έχουμε κι εδώ, μ'εξαίρεση το λάδι του κάμπου της Τριφυλίας που σε κάποιον που έχει μεγαλώσει με αυτό η ωμή γεύση του φέρνει τόσα αρώματα από την πιο εύφορη γη της Ελλάδας, που μαζί τους φέρνουν ήχους από τον φλοίσβο του Ιόνιου, χρώματα και την χαρακτηριστική μυρωδιά από την απλωμένη σταφίδα, κι ως εκ τούτου δάκρυα στα μάτια. Μετά λέει ότι είναι κοινή λογική, προσοχή και μια βασική γνώση χημείας. Φίλη μου,εδώ έχουμε πτυχία στον τομέα και -ορισμένες φορές- στρατιωτική πειθαρχία στην εκτέλεση συνταγών -τις περισσότερες όμως, όταν μαγειρεύω μόνο για μένα, κάνω λογιών λογιών αυτοσχεδιασμούς το 95% των οποίων είναι μια αποτυχία- πλάκα μας κάνεις;

Ναι.

'Εχω λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί μαγγανείας. Η μαμά μου είναι μια μικρή μάγισσα κι ως εκ τούτου επηρεάζει ό,τι μαγειρεύει. Από μικρή ήταν αλαφροϊσκιωτη κι έβλεπε πράγματα που τ'αδέλφια της δεν έβλεπαν, και γι'αυτό φυσικά την κορόιδευαν, αλλά ποτέ δεν περίμενα ότι θα κρατούσε το τάλαντο και μετά τα 12. Όσο μεγαλώνει δε, τόσο τελειοποιεί το χάρισμά της: σε λίγο θα μένουν βουβοί για ώρες όσοι δοκιμάζουν τα φαγητά της.


Τα θυμήθηκα όλα αυτά μετά την τραγική παράταξη φαγητών για τις Ευχαριστίες, πεθαμένες γαλοπούλες, αηδιαστικές σάλτσες κράμβης, yums, pumpkin cheesecakes and pecan pies, μα έλεος πια, πώς συνδυάζονται όλα αυτά στο ταλαιπωρημένο τους μυαλό;

Και νοστάλγησα ζυμωτό ψωμί, ντομάτα, ελαιόλαδο και ρίγανη.

Πέμπτη, Νοέμβριος 22, 2007

Just be thankful,

for what you've got....


Πριν λίγες μέρες σ'ένα απίστευτα presumptuous (ντεμέκ) και pretentious (ξανά ντεμέκ) winebar στο Νob Hill όπου με έσυραν δια της βίας κάτι καλοπροαίρετοι αν και άσχετοι δυτικοευρωπαίοι wannabes κι ενώ βαριόμουν αφόρητα κι ανέβαζα δέκατα με την ψεύτικη γαλλική προφορά των σερβιτόρων που παρολαυτά δε μιλούσαν γαλλικά, άκουσα ένα cover του Eye of the Tiger με ενορχηστρώσεις εγχόρδων, ένα τέταρτο του ρυθμού του αυθεντικού κομματιού και σπασμένα γυναικεία φωνητικά από την Amel Bent, απ'ό,τι έμαθα αργότερα.
And the space-time continuum collapsed unto itself. Ήταν σαν να έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη για πρώτη φορά μετά από 26 χρόνια,τόση κούραση τόσες ρυτίδες, τόσα άσπρα μαλλιά, που ξεφύτρωσαν όλα αυτά, τι φρίκη Θεέ μου, ήμουν κοριτσάκι στην πρώτη δημοτικού όταν το άκουγα και χτυπιόμουν. Με συντάρασσε με έναν τελείως αθώο τρόπο μέχρι που ξέπεσε της μόδας και επέστρεψε στο Ευρωπαϊκό του '87 οπότε το έβλεπα σαν τελείως κοινή μπαναλαρία μαζί μ'εκείνο το άλλο ανεκδιήγητο χιλιοφορεμένο και αισθητικά embarassing κομμάτι. Το κατέβασα και το άκουγα σε loop. Το τραγούδι είχε ακολουθήσει την ίδια πορεία με μένα, κατέληξε από μπιτάτο, αθώο, αφελές τραγούδι και μίνι ύμνος των '80s στο αργόσυρτο τραγούδι μιας μπαρουτοκαπνισμένης και πληγωμένης τίγρης που συνεχίζει να μάχεται: βάλε 2 φλυτζάνια εγχόρδων βάλσαμο για τις πληγές, χτύπα τα με ένα μπιτ αναπνοής μετά την ανάβαση βουνών και ορέων και ρίξε γενναίες δόσεις από μια γυναικεία φωνή που τ'άκουσε και κυρίως τα είδε όλα, αλλά παραμένει διακριτικά και γι'αυτό παρεξηγημένα εύθραυστη.
Et voila, η ζωή σας σ'ένα cover. Και το νόημα αυτού;
Η τίγρη κι αν εγέρασε κι άσπρισαν τα μαλλιά της, πάλι τα βάφει κόκκινα κι ανθεί και φέρει κι άλλο.



Παρασκευή, Νοέμβριος 16, 2007

Μια παλιά ινδιάνικη παροιμία λέει ποτέ μην απαντάς σε σήματα καπνού που σου στέλνουν πάνω από 3 φορές (9 φορές στις 10 είναι για κακό).

Αυτές τις μέρες γύριζα μουδιασμένη σπίτι. Στη γωνία της απέναντι συναγωγής κοντοστεκόμουν λίγο. Αποφάσιζα να στρίψω και να αποκτήσω οπτική επαφή με το κτίριό μου αφού είχα εισπνεύσει βαθειά 3 φορές και είχα βεβαιωθεί ότι δεν ήμουν πασαλειμμένη σοκολάτες (τις βρίσκω ορφανές και απροστάτευτες στο γραφείο και τις αποπλανώ). Ήταν οι μέρες που θα ερχόσουν. Ακόμη κι αν είχαμε να μιλήσουμε μήνες, άφηνα λίγο χώρο στον ιππόκαμπό μου για το ενδεχόμενο να κάνεις το υπερατλαντικό άλμα και να εμφανιστείς ένα κρύο φθινοπωρινό απόγευμα με άρωμα κολοκύθας από τις ψημμένες πίτες του γκεί γείτονα μου και ανταύγειες από το περίφημο foliage της ανατολικής ακτής, που εδώ έχουμε σε λίγα χαρακτηριστικά δείγματα.

Αντ'αυτού ήρθε ένταλμα συλλήψεως για τη μεγαλειότητά μου, σε 3 πολυτελή αντίτυπα και μετά το σκεφτόμουν να πάω σπίτι μπας και είναι κανένα μπατσικό απέξω. Η γειτονιά μας βλέπεις μαστίζεται από ληστείες και τα μπατσικά είναι πολλά, αλλά έρχονται όλα καθυστερημένα. Στην προκειμένη περίπτωση θα με προσωποκρατούσαν και μετά θα μπορούσα να ονειροπολώ για τις ανταύγειες του φόλιατζ στα αντιστοίχως χρωματισμένα ράστα κοτσιδάκια κάποιας Σακίλας ίνμειτ.

Δε θα σχολιάσω την παράλογη ιστορία της κλήσης εξαιτίας πεζής διάβασης πεζών με κόκκινο που έγινε ένταλμα σύλληψης μετά από έναν μήνα πεισματικής μου άρνησης να την πληρώσω και χωρίς δεύτερη προειδοποίηση (καμπανάκια και μαλακίες δεν έχει). Κατεβαίνοντας στο δικαστήριο της πιο εγκληματικής πόλης της Αμερικής, νέα γυναίκα, μόνη και έρημη, πιάστηκε η ψυχή μου, σφίχτηκε η καρδιά μου και μπήκα σ΄ένα mode τραυματία με ολοκληρωτικά εγκαύματα: ό,τι και νά βλεπα με τάραζε και με πονούσε.

Έφτασα στο δικαστήριο, ένα αποπνικτικό κτίριο ψυχροπολεμικής αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του 70, στις 7:20 -άθλος από μόνος του, ξύπνησα στις 5:30. Η εγγραφή των υποθέσεων για παραβάσεις κυκλοφοριακού κώδικα άρχιζε στις 8, οι πρώτες 50 εκδικάζονται στις 9:30 και οι υπόλοιπες μετά τις 2:30. Δεν ήθελα να χάσω όλη την ημέρα και θεώρησα ότι αν ήμουν εκεί στις 7:30 θα ήταν μια καλή αρχή. Λάθος. Στις 7:20 η ουρά ξεπερνούσε τα 100 άτομα. Μέσα σε άλλα δέκα λεπτά είχε διπλασιαστεί. Μέχρι τις 8 παρά που σταμάτησα να κοιτάω σαν παιδί κουτό, πρέπει να περιμέναμε τουλάχιστον 350 άτομα. Και δεν υπήρχε ούτε ένας λευκός άνδρας ανάμεσά τους. Δύο λευκές soccer moms, εγώ και γκεστ εμφάνιση όταν μπήκαμε μέσα καναδυό σαχλοκούδουνα τύπου Πάρις Χίλτον ήταν όλη κι όλη η αντιπροσωπεία της λευκής φυλής στο δικαστήριο. Α, ναι, και οι δικαστές.

Παρατηρούσα τις μεξικάνες μάνες με τα μωράκια στις κουβερτούλες, τα νήπια που τα τάιζαν τα άθλια ντόνατς του περιπτέρου μες στο κτίριο, για να μην κοιτάζω αδιάκριτα τα ανθρώπινα ερείπια ολόγυρα. Ανάμεσά τους ανάπηροι μεσήλικες που δεν μπορούσαν να περιμένουν στην ουρά σαν τα ζώα, εμάς τους υπόλοιπους δηλαδή, νεαροί μαύροι θολωμένοι από τους μπάφους 8 η ώρα το πρωί, μαύρες γιαγιάδες με sistahs are doin it for themselves attitude, μαύρες καριερίστες με αυτά που θεωρούν power suits, αλλά τι να το κάνεις γλυκιά μου, όταν είσαι καθιστή στο σεντάν σου, ο μπάτσος δε θα δει αν κρατάς χαρτοφύλακα, μόνο το χρώμα του δέρματός σου θα προσέξει, καλτ μαύροι τριαντάρηδες που αν ήταν λευκοί θα θεωρούνταν hype καλλιτέχνες, νέες μαυρούκες με τα τεράστια νύχια, βελουτέ φόρμες και όλων των ειδών τις κομμώσεις και τα χρώματα στα μαλλιά τους. Και οι μεξικάνοι, άνθρωποι του μόχθου, που ποιος ξέρει πόσο μεροκάματο έχαναν για να εμφανιστούν στον δικαστή, κάποιοι με τις γυναίκες τους και τα κουτσούβελα ολόγυρα. Και λιγοστοί ασιάτες με τραγικά αγγλικά, που υπολογίζω ότι αυτό είναι και το παράπτωμά τους, στο όλο racial profiling thingie των καλών μπάτσων.

Στην εκδίκαση τέτοιων υποθέσεων οι κατηγορούμενοι συμβαίνει να είναι και κοινό. Άκουγα τους μαύρους τον έναν μετά τον άλλον να λένε στον δικαστή ότι δεν μπορούν να πληρώσουν -όλοι γι'αυτό ήταν εκεί, κανείς δεν χάνει τη δουλειά του για μια μέρα, αν μπορεί να πληρώσει, μην κοιτάς που κάποιοι έχουν συγκεκριμένες απόψεις για το τι θεωρείται παράβαση- και να ζητούν community service. Κάποιοι δεν είχαν ούτε τα 10 δολλάρια για το βασικό πρόστιμο και ήθελαν κι αυτά να τα πληρώσουν με community service που σημαίνει υπάλληλοι του δήμου. ΄Ενας μεξικάνος υδραυλικός με σπαραξικάρδια φωνή είπε στον δικαστή να του μειώσει το πρόστιμο γιατί δεν μπορούσε να λείψει πολλές μέρες από τη δουλειά. Κόντεψα να βάλω τα κλάματα με τον άνθρωπο αυτόν. Σκέφτηκα ως μέρος της όλης εκπαιδευτικής εκδρομής να ζητήσω κι εγώ να δουλέψω στα σκουπιδιάρικα. Αλλά περισσότερο σκεφτόμουν πόσο με ενοχλούσε η αποπνικτική ατμόσφαιρα του κτιρίου, η οροφή του που σταδιακά χαμήλωνε και έλιωνε τους πανέμορφους μαύρους ανθρώπους σε έναν πολτό που δεν χρησιμοποιούσε καν, απλά άφηνε να κυλήσει κατευθείαν στους υπονόμους. Δε μου βγήκε τέτοια εικαστική παρέμβαση. Με σπασμένη φωνή εξήγησα τα δέοντα στον δικαστή, με έβαλε να πληρώσω κάτι λιγότερο κι αφού πλήρωσα έφυγα νιώθοντας πως είχαν χωρίσει τα μέλη μου από τον εγκέφαλο που τα κινούσε.

Μετά από μέρες σαν κι αυτές, ταινίες σαν τα ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του Κίσινγκερ, εικόνες από το Νταρφούρ, σκέφτομαι πως το δικαστήριο αυτό ήταν μια πρόγευση του Παράδεισου: γεμάτο από μαύρους, ινδιάνους, ασιάτες και κανά δυό λευκούς, έτσι χατιρικά.




Πέρα από τη νοοτροπία του σφάξε με πασά μου ν'αγιάσω όμως, μπορούμε ακόμη να βοηθήσουμε: όχι τους γιατρούς χωρίς σύνορα που ζητάνε εθελοντισμό για να τον κάνουν οφίκιο στο μαγαζί του Σαρκοζί, όχι την γιούνισεφ, πολύ πιο ουσιαστικά. Ρωτήστε με πώς.

Τετάρτη, Νοέμβριος 14, 2007

Not buying it

This November 23rd, environmentalists, social activists and concerned citizens in as many as 65 countries will hit the streets for a 24-hour consumer fast in celebration of the 15th annual Buy Nothing Day, a global cultural phenomenon that originated in Vancouver, Canada.

Εμένα να με συγχωρούτε που λένε και στο χωριό μου, αλλά δε θα συμμετάσχω. Όχι γιατί έχω τα ιδεολογικά ερείσματα του προηγούμενου αναρτήματος, αλλά γιατί έχω βάλει στο μάτι ένα απίθανο παλτό στο Neiman Marcus. Ως γνωστόν εδώ στην μονοκρατορία, ακόμη και στα μικρά γαλατικά χωριά που ανθίστανται, τη μέρα μετά τις Ευχαριστίες, ευχαριστούμε τον Θεό για τον σύμμαχο της μικροαστικής τάξης στον καταναλωτισμό, τον θεσμό των ασύλληπτων για τα ελληνικά δεδομένα εκπτώσεων (μπότες Siggerson Morrison από 670 θολλάρκα, μόνο 70; Εσύ δηλαδή τι θα έκανες; Δε θα αντιδρούσες στην εξωφρενική υπερτίμηση βασικών αγαθών με το να τ'αγοράζεις για μια μπουκιά σασίμι;)
Εξάλλου το δίλημμα αντιδραστικό βρωμύλο φρικιό των Εξαρχείων ή φάσιον βίκτιμ των Νοτίων Προαστίων το είχα λύσει ήδη στο Εν Δελφοίς στα έρλι νάιντιζ και η απάντηση ήταν ένα υβρίδιο των δύο και γι'αυτό έκτρωμα στα μάτια των πληβείων. Σιγά μην κλάψω. Είναι γνωστό εξάλλου ότι τα τέρατα της αρχαιότητας ήταν γόνοι ύβρεως, προέρχονταν από ανίερες συνουσίες. Τα τέρατα όμως έφτιαχναν τους πιο ενδιαφέροντες μύθους, χωρίς αυτά οι άνθρωποι δε θα έφταναν το μέτρο των δυνατοτήτων τους και οι ήρωες θα έμεναν χωρίς άθλους, θλιμμένοι, θλασμένοι και ακηδείς.



Τρίτη, Οκτώβριος 16, 2007

Long live the Fregans!





Artist: Nemo Gould
Materials: Street light covers, belt wheels, railing sections, brass fireplace hardware, candle sticks, drawer pulls, chandelier parts, wood planks, vanity mirror frame, timing motor, gear motor, LED lights, lawn sprinkler, pop rivets.
All found in dumps!


Το κίνημα των Fregans δεν είναι κάτι νέο για την ασύδοτη αυτοκρατορία της Αμερικής. Έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του '60, όταν οι Diggers, μια αναρχική θεατρική ομάδα της περιοχής Haight-Ashbury στο San Francisco έδινε δωρεάν παραστάσεις, οργάνωνε δωρεάν συναυλίες με μουσική από τους ίδιους τους Grateful Dead και τους Jefferson Airplane, μοίραζε φαγητό με είτε κλεμμένα είτε χαρισμένα υλικά, άνοιγε καταστήματα των οποίων το εμπόρευμα χάριζε, παρείχε δωρεάν μεταφορά, στέγαση και ιατρική περίθαλψη, κι έκανε διάσημο το ψωμί ολικής αλέσεως. Θα έλεγε κανείς ότι είναι οι παππούδες των άλλων σύγχρονων αναρχικών Hamburg in vain, που κλέβουν ντελικατέσεν και τα μοιράζουν στους φτωχούς γερμανούς στους οποίους η πρόνοια προβλέπει μόνο μακαρόνια με μαργαρίνη καθ'εκάστην.
Die fetten Jahre sind vorbei? Gar nicht. Με την τρέχουσα οικονομική ευμάρεια της αγαπημένης μου μονοκρατορίας, είναι ασύλληπτο τι μπορεί κανείς να βρει στα σκουπίδια, όχι μόνο πλούσιων αστικών κέντρων σαν το Σαν Φρανσίσκο, αλλά και αγροτικών περιοχών ή ακόμη ερημωμένων φοιτητουπόλεων. Ακόμα θυμάμαι το dumpster diving που έκανε μια Σέρβα φίλη μου στην Isla Vista, για να βρει υλικά για τα κουστούμια του Halloween, της σχεδόν εθνικής γιορτής της Αγίας Βαρβάρας όπου το 1991 τέτοιες μέρες είχαν διακομιστεί στο αστυνομικό τμήμα κάπου 4000 άτομα -κυρίως επισκέπτες LAινοί φοιτητές- και ήταν πάντα τόσο ευφυέστερα ντυμένη από όλους εμάς, που μετά επέκτεινε το χόμπι για ανεύρεση επίπλων, οικιακών συσκευών, τηλεοράσεων και ανταλλακτικών υπολογιστών. Όταν το μέσο εισόδημα ενός γονιού φοιτητή της Αγίας Βαρβάρας ανέρχεται στα 100k, εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι στο τέλος της χρονιάς ο επιλεγόμενος μέσος φοιτητής δε θα κάτσει να το πολυσκεφτεί τι να κάνει εκείνον τον καναπέ με όλους τους απροσδιόριστους λεκέδες που ήταν πολύ μεθυσμένος για να θυμηθεί πώς εμφανίστηκαν, κι ας τον είχε αγοράσει 9 μήνες πριν.
Η τσίπικη νοοτροπία των υπολοίπων λιγότερο well-off προτεσταντών της Αμερικής έχει πλέον και ιδεολογικό έρεισμα (και μη με πρήξετε για θρησκευτική δυσανεξία -καλή η απευθείας μετάφραση;- προτού διαβάσετε το Protestant ethic and the spirit of capitalism του Max Weber, ή προτού φάτε στην μάπα για κάπου 10 χρόνια ασύλληπτες ατάκες του τύπου "βαρέθηκα την -τεράστια που δίνουν στο σινεμά- κόκα κόλα μου, την θες για 2 δολλάρια;" και βρεθείτε σε απολύτως μίζερα για τα ελληνικά δεδομένα πάρτυ με 2 σακουλάκια τσιπς για 200 άτομα). Οι αμερικάνοι παρασιτώντες στους σκουπιδοτενεκέδες των υπερπλουσίων της Silicon Valley ανθίστανται στην μαζική και παράλογη υπερκατανάλωση, στην αφαίμαξη του πλανήτη από τους πόρους του, στον αδίστακτο καπιταλισμό του πουλάω τα μεταχειρισμένα ρούχα των 3 μηνών γιατί δεν είναι πια στην μόδα. Ακολουθούν ένα πιο συμμαζεμένο και σεμνό lifestyle,βουτώντας στα dumpsters των πλουσίων suburbs για ρούχα και ηλεκτρονικές συσκεύες και πείθοντας εστιατόρια και αρτοποιεία να τους δωρίζουν τα μιας μέρας μπάγιατικα εδέσματα. Δε θα είχα κανένα πρόβλημα με το όλο κίνημα αν δεν γνώριζα την υποβολιμιαία τσιπιά που ελλοχεύει στο μυαλό όλων αυτών των ακτιβιστών της προστασίας του περιβάλλοντος. Και χαίρομαι που βρήκα μια μόδα στην Αμερική που ποτέ δε θα εισαχθεί άκριτα και με τρελό ενθουσιασμό στην Ελλάδα. Διακατεχόμαστε από τέτοιο σύνδρομο χωριάτικης επιδειξιομανίας που ανάγεται σε κατοχικά στερητικά, ψωροκωστέικο στραβισμό και κοραϊκό αναλφαβητισμό που προτιμούμε να αγοράζουμε "το πιο ακριβό κινητό της αγοράς " και τις φούστες του Καβάλη χρεώνοντας τις κάρτες των γονιών μας παρά να μας κοιτάξουν ειρωνικά γιατί είμαστε εκτός της κολλεκτίβας της κατανάλωσης. Πολλώ δε μάλλον να μας συλλάβουν να βουτάμε στα σκουπίδια της Εκάλης. Τι λες αγάπη μου, ας πεθάνουμε καλύτερα από ντροπή, πως θ'αντικρύσουμε μετά τους Αλέξιους και τις Δάφνες στο Balthazar; (καλά το λέω, ενημερώστε με και με την μετανάστιδα).
Anyhow, το ανάρτημα αυτό έχει να κάνει με τις θετικές εκπλήξεις του freganism. Περνώντας από την Powell και Geary γωνία, εκεί που βρίσκεται πιθανώς η ακριβότερη γκαλερί τέχνης αγάπη μου, τέχνης, στο Σαν Φραν, είδα το παραπάνω καλαμάρι, ανάμεσα σε σπάνιους ιδιωτικών συλλογών Chagall και Matisse. Απόμεινα να το κοιτάω για κανά πεντάλεπτο, αυτό και όχι τους κυρίους, η δύναμη του ήταν τόσο μυστήρια, όσο η ανάγνωση διηγημάτων του Ιουλίου Βερν τα καλοκαίρια του δημοτικού: Από πού αναδύθηκε ένα τέτοιο πλάσμα, πώς επιβιώνει στην επιφάνεια της θάλασσας, δεν το ενοχλεί η χαμηλή ατμοσφαιρική πιέση, το ηλιακό φως, τα εξεταστικά και καθόλου φιλικά βλέμματα των θηλαστικών ολόγυρα;
Δεν μπορούσα να προσδιορίσω γιατί το έργο ήταν τόσο επιτυχημένο, ώσπου είδα αυτό:


The image “http://www.bountyfishing.com/blog/images/deep-sea-glass-squid.jpg” cannot be displayed, because it contains errors.


Να η πεμπτουσία των fregans:


http://www.hero.ac.uk/resources/C_1_Deep_sea_creatures_300.jpg

Tα πλάσματα του βαθέος ωκεανού και των χαμηλότερων επιπέδων της μονοκρατορίας τρέφονται με τα πτώματα των ζώων στην κορυφή της διατροφικής αλυσίδας, τα πτώματα που πέφτουν στον βυθό από πολύ, πολύ ψηλότερα. Εν προκειμένω, δε μ'ενδιαφέρει η ανακύκλωση, μ'ενδιαφέρει η μιασματική πράξη της τοξικοφαγίας.

As for me, το είπα και θα το ξαναπώ: I'm a fetishist for japanese minimalism.

(Κάποιος είχε δώσει την προσωνυμία "γενναίοι της γεύσης" για τους άγνους επαρχιώτες στρατιώτες που αρνούνται τα βρώμικα κρουασάν του ΚΨΜ και βγάζουν μια φέτα ψωμί και λίγες ελιές για μεσημεριανό. Περισσότερα γι'αυτούς στα επόμενα αναρτήματα).